Επόμενος Αγώνας VS Πανιώνιος
Array
(
    [0] => 337
    [1] => 8602
    [2] => 230
    [3] => 7223
    [4] => 10503
)

Ο Γιάννης Σερβετάς στο Toumba Magazine

Ο Γιάννης Σερβετάς αναλαμβάνει ρόλο guest editor στο Toumba Magazine κι αφήνει το συναίσθημα να τον παρασύρει σε μια νοσταλγική, ΠΑΟΚτσήδικη διήγηση

11.11.2017

Η ώρα ήταν «μικρή», το bar που είχα τότε, ήταν σ’ ένα στενό που ανέβαζε προς την πλατεία Ναυαρίνου και ήταν κλειστό λόγω ωραρίου , αλλά στην μπάρα καθόμασταν τέσσερις φίλοι και κάναμε αντίσταση πίνοντας από μια «ψιλή».

«Ψιλή» ήταν να βάζεις στο ποτήρι μία γουλίτσα δωρεάν…

Το θέμα της συζήτησης ήταν απλό.  Θα κατεβαίναμε ή όχι στην Αθήνα για τον αγώνα; Ξημερώματα Μεγάλης Τετάρτης, εκεί γύρω στις 5 το πρωί, κι αφού είχαμε αδειάσει ένα μπουκάλι ουίσκι ψιλή ψιλή, αποφασίστηκε να πάμε. Για να το γιορτάσουμε άνοιξα καινούργιο μπουκάλι και έβαλα ακόμα μία ψιλή.

– Μετά νάνι, τους είπα. Έχουμε αγώνα αύριο.

«Σφίξαμε» την ψιλή μας, έκλεισα το μαγαζί και πήγα να ξεκουραστώ για λίγες ώρες. Είχα ολόκληρο ταξίδι να κάνω, αλλά και να αγωνιστώ εκτός έδρας  για να πάρω το πολυπόθητο πρωτάθλημα στο μπάσκετ.

Δεν θα μπορούσα να χάσω εκείνο το παιχνίδι. Χρόνια ολόκληρα τραβιόμασταν στο Παλέ και σε έδρες άλλων ομάδων με κρυφό όνειρο κάποτε να το σηκώσουμε και εμείς. Λίγες χαρές, πολλές πίκρες οι οποίες όμως μας πείσμωναν ακόμα περισσότερο. Είχα κάνει πολλά χιλιόμετρα και είχα πιεί τόνους Μαλαματίνας, οπότε δεν γινόταν να μην είμαι σε εκείνον τον αγώνα στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας.

Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Αλήθεια ποιος να το είχε σκεφτεί και να του είχε δώσει εκείνο το όνομα… Πώς θα αισθάνθηκε όταν θα άκουσε το σύνθημα μέσα στο Παλέ από τα Παόκια:

«Στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας,

θα γίνει της πουτ@ν@ς και της ανωμαλίας».

Φύγαμε δύο αυτοκίνητα, ενώ ήμασταν τέσσερις άνθρωποι, ούτε θυμάμαι γιατί.  Ο  Ηράκλης, ο δεν-θυμάμαι-αδερφέ-σχώραμε-τόσα-χρόνια-πέρασαν-κλείνω-τα-μάτια-και- θυμάμαι-το-πρόσωπό-σου-αλλά-όχι-το-όνομά-σου, ο σχωρεμένος ο Θεοδόκος και εγώ.

Όπου σταματούσαμε στη διαδρομή για κάνα καφέ, για τσίσα, για ξεμούδιασμα, ο Ηράκλης μάζευε σκουπίδια από κάτω και τα έβαζε σε σακούλα για να τα αφήσει στην Αθήνα. Εκείνες τις μέρες είχαν απεργία οι σκουπιδιάρηδες στην πρωτεύουσα και το θεώρησε ένα ωραίο «δώρο».

– Τι; Με άδεια χέρια θα κατέβουμε;

Είχε πάρει και δυο μεγάλες σακούλες γεμάτες με σκουπίδια από Θεσσαλονίκη ο τρελός… Για να μην σας τα πολυλογώ και βαρεθείτε, κάποια στιγμή φτάσαμε στον Άγιο Κωνσταντίνο, εκεί μέσα στο πέταλο του Μαλιακού. Σταματήσαμε και πήγαμε στην ταβέρνα που είχε ένα ζευγάρι, στην οποία είχαμε σταματήσει τόσες πολλές φορές στα ταξίδια μας που μας ήξεραν με τα μικρά μας ονόματα. Ήταν ωραίο ζευγάρι. Είχαν ξεπαιδιάσει και δούλευαν την ταβερνούλα τους. Τους πελάτες τους αγαπούσαν και τους τάιζαν σαν παιδιά τους. Μεγάλες μερίδες και αν δεν είχες λεφτά, «δεν πειράζει, την άλλη φορά. Εσείς είστε καλά παιδιά».

Δεν ξέχασαν ποτέ μια φορά που τους είχαμε βοηθήσει. Είχε σταματήσει επιστρέφοντας για Θεσσαλονίκη ένα λεωφορείο με Παοκτσήδες, βρέθηκαν εκεί τρεις σουρωμένοι και έγινε το κακό.

– Μη ρε παιδιά, έλεγε  ο ιδιοκτήτης και η γυναίκα του τον τραβούσε από πίσω, ενώ οι σουρωμένοι σπάζαν και αναποδογύριζαν …

– Άσ’ τους, είναι πιωμένοι, του έλεγε.

Μπήκε μέσα στο μαγαζί ο Θεοδόκος, γράπωσε τον ένα και του έδωσε ένα χαστούκι.

– Δεν ντρέπεσαι ρε κουραδόμαγκα, του είπε. Αυτό είναι το Παοκτσιδιλίκι σου; Με τους παππούδες τα έβαλες;

Ντράπηκαν όλοι και έσκυψαν τα κεφάλια τους.

Έβαλε πρώτος το χέρι στην τσέπη ο Θεοδόσης  και έβγαλε λεφτά. Τα έριξε μέσα σε ένα δίσκο και είπε:

– Έλα, τσοντάρετε όλοι να το φτιάξουμε το μαγαζί.

Πέρασαν όλοι ο ένας μετά τον άλλο και άφησαν ό,τι μπορούσε ο καθένας. Τα έδωσε στην κυρία.

– Συγγνώμη Μάνα,  της είπε… παιδιά είναι…

και σκάσαμε όλοι στα γέλια.

Από τότε μας είχαν σαν παιδιά τους. Μάλιστα όταν φεύγαμε, μας έσφιγγαν στην αγκαλιά τους και μετά έβγαιναν στον δρόμο να μας χαιρετήσουν… Ενώ μας έβλεπαν να απομακρυνόμαστε με το αυτοκίνητο, η γυναίκα,  σαν τον Παναγιώτη  Καμμένο, σταύρωνε τον αέρα για να πάνε όλα καλά.

Εκεί λοιπόν σταματήσαμε, φάγαμε, ήπιαμε και γελάσαμε με την ψυχή μας. Ξεχαστήκαμε τόσο πολύ που κοντέψαμε να χάσουμε τον αγώνα. Κατεβήκαμε από εκεί και πέρα με ένα αυτοκίνητο, φτάσαμε με την ψυχή στο στόμα στο γήπεδο και μπήκαμε στη θύρα μας. Μπαίνοντας, λίγοι «φίλαθλοι» του Ολυμπιακού μας προϋπάντησαν με ωραία συνθήματα και βροχή από ροχάλες. Το καλό ήταν οι φωνές άλλων φίλων του Ολυμπιακού που έβριζαν τη συμπεριφορά των λίγων. Μπήκαμε στην κερκίδα μας, μας είχαν σε πάνω διάζωμα θυμάμαι και ώσπου να χαιρετηθούμε με τα «αδέρφια» ξεκίνησε το παιχνίδι. Ήταν το παιχνίδι που κερδίσαμε εκτός έδρας τον Ολυμπιακό 82- 97 και πήραμε το πρωτάθλημα του 1992. Όταν ακούστηκε η κόρνα της λήξης, ενώ όλοι γύρω μου ήταν ένα κουβάρι και πανηγύριζαν,  θυμάμαι να κοιτάω αποσβολωμένος το φωτεινό πίνακα.

Ήταν η μαγική στιγμή που ο Δαυίδ κατάφερε και έριξε κάτω το Γολιάθ.

Ήταν η στιγμή που μετά από χρόνια προσπάθειας καταφέραμε να γίνουμε πρωταθλητές.

Ο ΠΑΟΚ, που έπαιζε άτεχνα, οδηγήθηκε από το πάθος και τη δίψα του κόσμου του και έγινε πρωταθλητής στο μπάσκετ.

Ήταν η στιγμή που απάντησα στο πιο δύσκολο σύνθημα που μας φώναζαν στο γήπεδο οι οπαδοί του Άρη. Η μισή τους κερκίδα φώναζε την ερώτηση «Πότε;». Οι υπόλοιποι απαντούσαν «Ποτέ» και μετά όλοι μαζί εν χορώ ούρλιαζαν το «Ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ» και εμείς δεν είχαμε τι να απαντήσουμε. Εκείνη ήταν η στιγμή που απάντησα μόνος μου. Ήσυχα.

– Πότε; Είπα και ακούστηκα μέσα στο στόμα μου…

ΤΩΡΑ. Να εδώ μπροστά στα μάτια μου. 82-97.

Κάποιος με πήρε στην αγκαλιά του, κάποιος με φίλησε, αλλά εγώ γύριζα το κεφάλι μου και έβλεπα αχόρταγα αυτό που έγραφε ο φωτεινός πίνακας. 82 -97.

Σας εύχομαι ολόψυχα να το ζήσετε. Να πάρετε αυτή τη χαρά.

ΥΓ.: Ο μεγάλος Ντούσαν Ιβκοβιτς είχε χρησιμοποιήσει σε εκείνο το παιχνίδι στο ΣΕΦ, τους: Φασούλα (24), Πρέλεβιτς (20), Μπάρλοου (17), Μπουντούρη (15), Κόρφα (12), Μακαρά (5), Σταυρόπουλο (2), Φιλίππου (2), Παπαχρόνη και Βαλαβανίδη.

ΥΓ.1: Όποτε βλέπω τον τότε αλλά και παντοτινό μας πρόεδρο Νίκο Βεζυρτζή, κλείνω τα μάτια και βλέπω στο φωτεινό πίνακα της ψυχής μου το 82-97.

ΥΓ.2: Μόλις επιστρέψαμε Θεσσαλονίκη, ο Θεοδόκος ρώτησε:

– Τι μέρα είναι σήμερα; Για να του απαντήσω: Για εμάς Κυριακή της Ανάστασης. Για τους άλλους Μεγάλη Πέμπτη.

ΥΓ.3: Το καλύτερο το είπε ο Ηράκλης:

– ΑΜΑΝ, ξέχασα να αφήσω τις σακούλες με τα σκουπίδια στην Αθήνα. Άντε ρε παιδιά, ποιος θα έρθει μαζί μου να πάμε να τις αφήσουμε. Δέκα τσιγάρα δρόμος είναι…

ΥΓ.4: Για την ιστορία σας λέω ότι δεν πήγαμε. Ο Ηράκλης αναγκάστηκε και τα έριξε σε έναν κάδο κάπου εκεί.

ΥΓ.5: Αυτός που μας περίμενε στο στέκι μας ήταν φίλος Αρειανός και ήταν ο πρώτος που ήρθε και μας έσφιξε το χέρι.

– Κατάλαβες τώρα; Με ρώτησε…

– Κατάλαβα, του είπα και φιληθήκαμε σταυρωτά.

Να θυμάστε πως σ’ αυτή τη ζωή, αν δεν υπήρχαν Γολιάθ δεν θα ξεπετιόντουσαν ποτέ Δαυίδ για να κάνουν την υπέρβαση και να γράψουν ιστορία.

ΥΓ.6: Να δείτε που κάποτε το Hollywood θα ανακαλύψει την ιστορία και θα την κάνει ταινία.

ΥΓ.7: Τα χρόνια πέρασαν, ο δρόμος άλλαξε και εγώ δεν βρήκα ποτέ το κουράγιο να περάσω από εκείνο το μαγαζί. Όπου όμως και αν βρίσκονται, είτε σε αυτή είτε στην πάνω γειτονίτσα, θα μου επιτρέψετε να το χαρίσω σε εκείνα τα γεροντάκια. Που τάισαν και φρόντισαν ορδές Παοκτσήδων… που μου ευχήθηκαν  «νίκη στην ομάδα σου» εκείνη την Μεγάλη Τετάρτη του 1992 και ας ήταν φίλαθλοι του Ολυμπιακού.

Η ιστορία του Γιάννη Σερβετά δημοσιεύθηκε στο Toumba Magazine το οποία μπορείτε να προμηθευτείτε από το store.paokfc.gr.

Σχετικά Νέα

Ο Γιάννης Σερβετάς στο Toumba Magazine

Ο Γιάννης Σερβετάς αναλαμβάνει ρόλο guest editor στο Toumba Magazine κι αφήνει το συναίσθημα να τον παρασύρει σε μια νοσταλγική, ΠΑΟΚτσήδικη διήγηση

11.11.2017

Η ώρα ήταν «μικρή», το bar που είχα τότε, ήταν σ’ ένα στενό που ανέβαζε προς την πλατεία Ναυαρίνου και ήταν κλειστό λόγω ωραρίου , αλλά στην μπάρα καθόμασταν τέσσερις φίλοι και κάναμε αντίσταση πίνοντας από μια «ψιλή».

«Ψιλή» ήταν να βάζεις στο ποτήρι μία γουλίτσα δωρεάν…

Το θέμα της συζήτησης ήταν απλό.  Θα κατεβαίναμε ή όχι στην Αθήνα για τον αγώνα; Ξημερώματα Μεγάλης Τετάρτης, εκεί γύρω στις 5 το πρωί, κι αφού είχαμε αδειάσει ένα μπουκάλι ουίσκι ψιλή ψιλή, αποφασίστηκε να πάμε. Για να το γιορτάσουμε άνοιξα καινούργιο μπουκάλι και έβαλα ακόμα μία ψιλή.

– Μετά νάνι, τους είπα. Έχουμε αγώνα αύριο.

«Σφίξαμε» την ψιλή μας, έκλεισα το μαγαζί και πήγα να ξεκουραστώ για λίγες ώρες. Είχα ολόκληρο ταξίδι να κάνω, αλλά και να αγωνιστώ εκτός έδρας  για να πάρω το πολυπόθητο πρωτάθλημα στο μπάσκετ.

Δεν θα μπορούσα να χάσω εκείνο το παιχνίδι. Χρόνια ολόκληρα τραβιόμασταν στο Παλέ και σε έδρες άλλων ομάδων με κρυφό όνειρο κάποτε να το σηκώσουμε και εμείς. Λίγες χαρές, πολλές πίκρες οι οποίες όμως μας πείσμωναν ακόμα περισσότερο. Είχα κάνει πολλά χιλιόμετρα και είχα πιεί τόνους Μαλαματίνας, οπότε δεν γινόταν να μην είμαι σε εκείνον τον αγώνα στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας.

Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Αλήθεια ποιος να το είχε σκεφτεί και να του είχε δώσει εκείνο το όνομα… Πώς θα αισθάνθηκε όταν θα άκουσε το σύνθημα μέσα στο Παλέ από τα Παόκια:

«Στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας,

θα γίνει της πουτ@ν@ς και της ανωμαλίας».

Φύγαμε δύο αυτοκίνητα, ενώ ήμασταν τέσσερις άνθρωποι, ούτε θυμάμαι γιατί.  Ο  Ηράκλης, ο δεν-θυμάμαι-αδερφέ-σχώραμε-τόσα-χρόνια-πέρασαν-κλείνω-τα-μάτια-και- θυμάμαι-το-πρόσωπό-σου-αλλά-όχι-το-όνομά-σου, ο σχωρεμένος ο Θεοδόκος και εγώ.

Όπου σταματούσαμε στη διαδρομή για κάνα καφέ, για τσίσα, για ξεμούδιασμα, ο Ηράκλης μάζευε σκουπίδια από κάτω και τα έβαζε σε σακούλα για να τα αφήσει στην Αθήνα. Εκείνες τις μέρες είχαν απεργία οι σκουπιδιάρηδες στην πρωτεύουσα και το θεώρησε ένα ωραίο «δώρο».

– Τι; Με άδεια χέρια θα κατέβουμε;

Είχε πάρει και δυο μεγάλες σακούλες γεμάτες με σκουπίδια από Θεσσαλονίκη ο τρελός… Για να μην σας τα πολυλογώ και βαρεθείτε, κάποια στιγμή φτάσαμε στον Άγιο Κωνσταντίνο, εκεί μέσα στο πέταλο του Μαλιακού. Σταματήσαμε και πήγαμε στην ταβέρνα που είχε ένα ζευγάρι, στην οποία είχαμε σταματήσει τόσες πολλές φορές στα ταξίδια μας που μας ήξεραν με τα μικρά μας ονόματα. Ήταν ωραίο ζευγάρι. Είχαν ξεπαιδιάσει και δούλευαν την ταβερνούλα τους. Τους πελάτες τους αγαπούσαν και τους τάιζαν σαν παιδιά τους. Μεγάλες μερίδες και αν δεν είχες λεφτά, «δεν πειράζει, την άλλη φορά. Εσείς είστε καλά παιδιά».

Δεν ξέχασαν ποτέ μια φορά που τους είχαμε βοηθήσει. Είχε σταματήσει επιστρέφοντας για Θεσσαλονίκη ένα λεωφορείο με Παοκτσήδες, βρέθηκαν εκεί τρεις σουρωμένοι και έγινε το κακό.

– Μη ρε παιδιά, έλεγε  ο ιδιοκτήτης και η γυναίκα του τον τραβούσε από πίσω, ενώ οι σουρωμένοι σπάζαν και αναποδογύριζαν …

– Άσ’ τους, είναι πιωμένοι, του έλεγε.

Μπήκε μέσα στο μαγαζί ο Θεοδόκος, γράπωσε τον ένα και του έδωσε ένα χαστούκι.

– Δεν ντρέπεσαι ρε κουραδόμαγκα, του είπε. Αυτό είναι το Παοκτσιδιλίκι σου; Με τους παππούδες τα έβαλες;

Ντράπηκαν όλοι και έσκυψαν τα κεφάλια τους.

Έβαλε πρώτος το χέρι στην τσέπη ο Θεοδόσης  και έβγαλε λεφτά. Τα έριξε μέσα σε ένα δίσκο και είπε:

– Έλα, τσοντάρετε όλοι να το φτιάξουμε το μαγαζί.

Πέρασαν όλοι ο ένας μετά τον άλλο και άφησαν ό,τι μπορούσε ο καθένας. Τα έδωσε στην κυρία.

– Συγγνώμη Μάνα,  της είπε… παιδιά είναι…

και σκάσαμε όλοι στα γέλια.

Από τότε μας είχαν σαν παιδιά τους. Μάλιστα όταν φεύγαμε, μας έσφιγγαν στην αγκαλιά τους και μετά έβγαιναν στον δρόμο να μας χαιρετήσουν… Ενώ μας έβλεπαν να απομακρυνόμαστε με το αυτοκίνητο, η γυναίκα,  σαν τον Παναγιώτη  Καμμένο, σταύρωνε τον αέρα για να πάνε όλα καλά.

Εκεί λοιπόν σταματήσαμε, φάγαμε, ήπιαμε και γελάσαμε με την ψυχή μας. Ξεχαστήκαμε τόσο πολύ που κοντέψαμε να χάσουμε τον αγώνα. Κατεβήκαμε από εκεί και πέρα με ένα αυτοκίνητο, φτάσαμε με την ψυχή στο στόμα στο γήπεδο και μπήκαμε στη θύρα μας. Μπαίνοντας, λίγοι «φίλαθλοι» του Ολυμπιακού μας προϋπάντησαν με ωραία συνθήματα και βροχή από ροχάλες. Το καλό ήταν οι φωνές άλλων φίλων του Ολυμπιακού που έβριζαν τη συμπεριφορά των λίγων. Μπήκαμε στην κερκίδα μας, μας είχαν σε πάνω διάζωμα θυμάμαι και ώσπου να χαιρετηθούμε με τα «αδέρφια» ξεκίνησε το παιχνίδι. Ήταν το παιχνίδι που κερδίσαμε εκτός έδρας τον Ολυμπιακό 82- 97 και πήραμε το πρωτάθλημα του 1992. Όταν ακούστηκε η κόρνα της λήξης, ενώ όλοι γύρω μου ήταν ένα κουβάρι και πανηγύριζαν,  θυμάμαι να κοιτάω αποσβολωμένος το φωτεινό πίνακα.

Ήταν η μαγική στιγμή που ο Δαυίδ κατάφερε και έριξε κάτω το Γολιάθ.

Ήταν η στιγμή που μετά από χρόνια προσπάθειας καταφέραμε να γίνουμε πρωταθλητές.

Ο ΠΑΟΚ, που έπαιζε άτεχνα, οδηγήθηκε από το πάθος και τη δίψα του κόσμου του και έγινε πρωταθλητής στο μπάσκετ.

Ήταν η στιγμή που απάντησα στο πιο δύσκολο σύνθημα που μας φώναζαν στο γήπεδο οι οπαδοί του Άρη. Η μισή τους κερκίδα φώναζε την ερώτηση «Πότε;». Οι υπόλοιποι απαντούσαν «Ποτέ» και μετά όλοι μαζί εν χορώ ούρλιαζαν το «Ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ» και εμείς δεν είχαμε τι να απαντήσουμε. Εκείνη ήταν η στιγμή που απάντησα μόνος μου. Ήσυχα.

– Πότε; Είπα και ακούστηκα μέσα στο στόμα μου…

ΤΩΡΑ. Να εδώ μπροστά στα μάτια μου. 82-97.

Κάποιος με πήρε στην αγκαλιά του, κάποιος με φίλησε, αλλά εγώ γύριζα το κεφάλι μου και έβλεπα αχόρταγα αυτό που έγραφε ο φωτεινός πίνακας. 82 -97.

Σας εύχομαι ολόψυχα να το ζήσετε. Να πάρετε αυτή τη χαρά.

ΥΓ.: Ο μεγάλος Ντούσαν Ιβκοβιτς είχε χρησιμοποιήσει σε εκείνο το παιχνίδι στο ΣΕΦ, τους: Φασούλα (24), Πρέλεβιτς (20), Μπάρλοου (17), Μπουντούρη (15), Κόρφα (12), Μακαρά (5), Σταυρόπουλο (2), Φιλίππου (2), Παπαχρόνη και Βαλαβανίδη.

ΥΓ.1: Όποτε βλέπω τον τότε αλλά και παντοτινό μας πρόεδρο Νίκο Βεζυρτζή, κλείνω τα μάτια και βλέπω στο φωτεινό πίνακα της ψυχής μου το 82-97.

ΥΓ.2: Μόλις επιστρέψαμε Θεσσαλονίκη, ο Θεοδόκος ρώτησε:

– Τι μέρα είναι σήμερα; Για να του απαντήσω: Για εμάς Κυριακή της Ανάστασης. Για τους άλλους Μεγάλη Πέμπτη.

ΥΓ.3: Το καλύτερο το είπε ο Ηράκλης:

– ΑΜΑΝ, ξέχασα να αφήσω τις σακούλες με τα σκουπίδια στην Αθήνα. Άντε ρε παιδιά, ποιος θα έρθει μαζί μου να πάμε να τις αφήσουμε. Δέκα τσιγάρα δρόμος είναι…

ΥΓ.4: Για την ιστορία σας λέω ότι δεν πήγαμε. Ο Ηράκλης αναγκάστηκε και τα έριξε σε έναν κάδο κάπου εκεί.

ΥΓ.5: Αυτός που μας περίμενε στο στέκι μας ήταν φίλος Αρειανός και ήταν ο πρώτος που ήρθε και μας έσφιξε το χέρι.

– Κατάλαβες τώρα; Με ρώτησε…

– Κατάλαβα, του είπα και φιληθήκαμε σταυρωτά.

Να θυμάστε πως σ’ αυτή τη ζωή, αν δεν υπήρχαν Γολιάθ δεν θα ξεπετιόντουσαν ποτέ Δαυίδ για να κάνουν την υπέρβαση και να γράψουν ιστορία.

ΥΓ.6: Να δείτε που κάποτε το Hollywood θα ανακαλύψει την ιστορία και θα την κάνει ταινία.

ΥΓ.7: Τα χρόνια πέρασαν, ο δρόμος άλλαξε και εγώ δεν βρήκα ποτέ το κουράγιο να περάσω από εκείνο το μαγαζί. Όπου όμως και αν βρίσκονται, είτε σε αυτή είτε στην πάνω γειτονίτσα, θα μου επιτρέψετε να το χαρίσω σε εκείνα τα γεροντάκια. Που τάισαν και φρόντισαν ορδές Παοκτσήδων… που μου ευχήθηκαν  «νίκη στην ομάδα σου» εκείνη την Μεγάλη Τετάρτη του 1992 και ας ήταν φίλαθλοι του Ολυμπιακού.

Η ιστορία του Γιάννη Σερβετά δημοσιεύθηκε στο Toumba Magazine το οποία μπορείτε να προμηθευτείτε από το store.paokfc.gr.

Σχετικά Νέα

Ο Γιάννης Σερβετάς στο Toumba Magazine

Ο Γιάννης Σερβετάς αναλαμβάνει ρόλο guest editor στο Toumba Magazine κι αφήνει το συναίσθημα να τον παρασύρει σε μια νοσταλγική, ΠΑΟΚτσήδικη διήγηση

11.11.2017

Η ώρα ήταν «μικρή», το bar που είχα τότε, ήταν σ’ ένα στενό που ανέβαζε προς την πλατεία Ναυαρίνου και ήταν κλειστό λόγω ωραρίου , αλλά στην μπάρα καθόμασταν τέσσερις φίλοι και κάναμε αντίσταση πίνοντας από μια «ψιλή».

«Ψιλή» ήταν να βάζεις στο ποτήρι μία γουλίτσα δωρεάν…

Το θέμα της συζήτησης ήταν απλό.  Θα κατεβαίναμε ή όχι στην Αθήνα για τον αγώνα; Ξημερώματα Μεγάλης Τετάρτης, εκεί γύρω στις 5 το πρωί, κι αφού είχαμε αδειάσει ένα μπουκάλι ουίσκι ψιλή ψιλή, αποφασίστηκε να πάμε. Για να το γιορτάσουμε άνοιξα καινούργιο μπουκάλι και έβαλα ακόμα μία ψιλή.

– Μετά νάνι, τους είπα. Έχουμε αγώνα αύριο.

«Σφίξαμε» την ψιλή μας, έκλεισα το μαγαζί και πήγα να ξεκουραστώ για λίγες ώρες. Είχα ολόκληρο ταξίδι να κάνω, αλλά και να αγωνιστώ εκτός έδρας  για να πάρω το πολυπόθητο πρωτάθλημα στο μπάσκετ.

Δεν θα μπορούσα να χάσω εκείνο το παιχνίδι. Χρόνια ολόκληρα τραβιόμασταν στο Παλέ και σε έδρες άλλων ομάδων με κρυφό όνειρο κάποτε να το σηκώσουμε και εμείς. Λίγες χαρές, πολλές πίκρες οι οποίες όμως μας πείσμωναν ακόμα περισσότερο. Είχα κάνει πολλά χιλιόμετρα και είχα πιεί τόνους Μαλαματίνας, οπότε δεν γινόταν να μην είμαι σε εκείνον τον αγώνα στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας.

Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Αλήθεια ποιος να το είχε σκεφτεί και να του είχε δώσει εκείνο το όνομα… Πώς θα αισθάνθηκε όταν θα άκουσε το σύνθημα μέσα στο Παλέ από τα Παόκια:

«Στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας,

θα γίνει της πουτ@ν@ς και της ανωμαλίας».

Φύγαμε δύο αυτοκίνητα, ενώ ήμασταν τέσσερις άνθρωποι, ούτε θυμάμαι γιατί.  Ο  Ηράκλης, ο δεν-θυμάμαι-αδερφέ-σχώραμε-τόσα-χρόνια-πέρασαν-κλείνω-τα-μάτια-και- θυμάμαι-το-πρόσωπό-σου-αλλά-όχι-το-όνομά-σου, ο σχωρεμένος ο Θεοδόκος και εγώ.

Όπου σταματούσαμε στη διαδρομή για κάνα καφέ, για τσίσα, για ξεμούδιασμα, ο Ηράκλης μάζευε σκουπίδια από κάτω και τα έβαζε σε σακούλα για να τα αφήσει στην Αθήνα. Εκείνες τις μέρες είχαν απεργία οι σκουπιδιάρηδες στην πρωτεύουσα και το θεώρησε ένα ωραίο «δώρο».

– Τι; Με άδεια χέρια θα κατέβουμε;

Είχε πάρει και δυο μεγάλες σακούλες γεμάτες με σκουπίδια από Θεσσαλονίκη ο τρελός… Για να μην σας τα πολυλογώ και βαρεθείτε, κάποια στιγμή φτάσαμε στον Άγιο Κωνσταντίνο, εκεί μέσα στο πέταλο του Μαλιακού. Σταματήσαμε και πήγαμε στην ταβέρνα που είχε ένα ζευγάρι, στην οποία είχαμε σταματήσει τόσες πολλές φορές στα ταξίδια μας που μας ήξεραν με τα μικρά μας ονόματα. Ήταν ωραίο ζευγάρι. Είχαν ξεπαιδιάσει και δούλευαν την ταβερνούλα τους. Τους πελάτες τους αγαπούσαν και τους τάιζαν σαν παιδιά τους. Μεγάλες μερίδες και αν δεν είχες λεφτά, «δεν πειράζει, την άλλη φορά. Εσείς είστε καλά παιδιά».

Δεν ξέχασαν ποτέ μια φορά που τους είχαμε βοηθήσει. Είχε σταματήσει επιστρέφοντας για Θεσσαλονίκη ένα λεωφορείο με Παοκτσήδες, βρέθηκαν εκεί τρεις σουρωμένοι και έγινε το κακό.

– Μη ρε παιδιά, έλεγε  ο ιδιοκτήτης και η γυναίκα του τον τραβούσε από πίσω, ενώ οι σουρωμένοι σπάζαν και αναποδογύριζαν …

– Άσ’ τους, είναι πιωμένοι, του έλεγε.

Μπήκε μέσα στο μαγαζί ο Θεοδόκος, γράπωσε τον ένα και του έδωσε ένα χαστούκι.

– Δεν ντρέπεσαι ρε κουραδόμαγκα, του είπε. Αυτό είναι το Παοκτσιδιλίκι σου; Με τους παππούδες τα έβαλες;

Ντράπηκαν όλοι και έσκυψαν τα κεφάλια τους.

Έβαλε πρώτος το χέρι στην τσέπη ο Θεοδόσης  και έβγαλε λεφτά. Τα έριξε μέσα σε ένα δίσκο και είπε:

– Έλα, τσοντάρετε όλοι να το φτιάξουμε το μαγαζί.

Πέρασαν όλοι ο ένας μετά τον άλλο και άφησαν ό,τι μπορούσε ο καθένας. Τα έδωσε στην κυρία.

– Συγγνώμη Μάνα,  της είπε… παιδιά είναι…

και σκάσαμε όλοι στα γέλια.

Από τότε μας είχαν σαν παιδιά τους. Μάλιστα όταν φεύγαμε, μας έσφιγγαν στην αγκαλιά τους και μετά έβγαιναν στον δρόμο να μας χαιρετήσουν… Ενώ μας έβλεπαν να απομακρυνόμαστε με το αυτοκίνητο, η γυναίκα,  σαν τον Παναγιώτη  Καμμένο, σταύρωνε τον αέρα για να πάνε όλα καλά.

Εκεί λοιπόν σταματήσαμε, φάγαμε, ήπιαμε και γελάσαμε με την ψυχή μας. Ξεχαστήκαμε τόσο πολύ που κοντέψαμε να χάσουμε τον αγώνα. Κατεβήκαμε από εκεί και πέρα με ένα αυτοκίνητο, φτάσαμε με την ψυχή στο στόμα στο γήπεδο και μπήκαμε στη θύρα μας. Μπαίνοντας, λίγοι «φίλαθλοι» του Ολυμπιακού μας προϋπάντησαν με ωραία συνθήματα και βροχή από ροχάλες. Το καλό ήταν οι φωνές άλλων φίλων του Ολυμπιακού που έβριζαν τη συμπεριφορά των λίγων. Μπήκαμε στην κερκίδα μας, μας είχαν σε πάνω διάζωμα θυμάμαι και ώσπου να χαιρετηθούμε με τα «αδέρφια» ξεκίνησε το παιχνίδι. Ήταν το παιχνίδι που κερδίσαμε εκτός έδρας τον Ολυμπιακό 82- 97 και πήραμε το πρωτάθλημα του 1992. Όταν ακούστηκε η κόρνα της λήξης, ενώ όλοι γύρω μου ήταν ένα κουβάρι και πανηγύριζαν,  θυμάμαι να κοιτάω αποσβολωμένος το φωτεινό πίνακα.

Ήταν η μαγική στιγμή που ο Δαυίδ κατάφερε και έριξε κάτω το Γολιάθ.

Ήταν η στιγμή που μετά από χρόνια προσπάθειας καταφέραμε να γίνουμε πρωταθλητές.

Ο ΠΑΟΚ, που έπαιζε άτεχνα, οδηγήθηκε από το πάθος και τη δίψα του κόσμου του και έγινε πρωταθλητής στο μπάσκετ.

Ήταν η στιγμή που απάντησα στο πιο δύσκολο σύνθημα που μας φώναζαν στο γήπεδο οι οπαδοί του Άρη. Η μισή τους κερκίδα φώναζε την ερώτηση «Πότε;». Οι υπόλοιποι απαντούσαν «Ποτέ» και μετά όλοι μαζί εν χορώ ούρλιαζαν το «Ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ» και εμείς δεν είχαμε τι να απαντήσουμε. Εκείνη ήταν η στιγμή που απάντησα μόνος μου. Ήσυχα.

– Πότε; Είπα και ακούστηκα μέσα στο στόμα μου…

ΤΩΡΑ. Να εδώ μπροστά στα μάτια μου. 82-97.

Κάποιος με πήρε στην αγκαλιά του, κάποιος με φίλησε, αλλά εγώ γύριζα το κεφάλι μου και έβλεπα αχόρταγα αυτό που έγραφε ο φωτεινός πίνακας. 82 -97.

Σας εύχομαι ολόψυχα να το ζήσετε. Να πάρετε αυτή τη χαρά.

ΥΓ.: Ο μεγάλος Ντούσαν Ιβκοβιτς είχε χρησιμοποιήσει σε εκείνο το παιχνίδι στο ΣΕΦ, τους: Φασούλα (24), Πρέλεβιτς (20), Μπάρλοου (17), Μπουντούρη (15), Κόρφα (12), Μακαρά (5), Σταυρόπουλο (2), Φιλίππου (2), Παπαχρόνη και Βαλαβανίδη.

ΥΓ.1: Όποτε βλέπω τον τότε αλλά και παντοτινό μας πρόεδρο Νίκο Βεζυρτζή, κλείνω τα μάτια και βλέπω στο φωτεινό πίνακα της ψυχής μου το 82-97.

ΥΓ.2: Μόλις επιστρέψαμε Θεσσαλονίκη, ο Θεοδόκος ρώτησε:

– Τι μέρα είναι σήμερα; Για να του απαντήσω: Για εμάς Κυριακή της Ανάστασης. Για τους άλλους Μεγάλη Πέμπτη.

ΥΓ.3: Το καλύτερο το είπε ο Ηράκλης:

– ΑΜΑΝ, ξέχασα να αφήσω τις σακούλες με τα σκουπίδια στην Αθήνα. Άντε ρε παιδιά, ποιος θα έρθει μαζί μου να πάμε να τις αφήσουμε. Δέκα τσιγάρα δρόμος είναι…

ΥΓ.4: Για την ιστορία σας λέω ότι δεν πήγαμε. Ο Ηράκλης αναγκάστηκε και τα έριξε σε έναν κάδο κάπου εκεί.

ΥΓ.5: Αυτός που μας περίμενε στο στέκι μας ήταν φίλος Αρειανός και ήταν ο πρώτος που ήρθε και μας έσφιξε το χέρι.

– Κατάλαβες τώρα; Με ρώτησε…

– Κατάλαβα, του είπα και φιληθήκαμε σταυρωτά.

Να θυμάστε πως σ’ αυτή τη ζωή, αν δεν υπήρχαν Γολιάθ δεν θα ξεπετιόντουσαν ποτέ Δαυίδ για να κάνουν την υπέρβαση και να γράψουν ιστορία.

ΥΓ.6: Να δείτε που κάποτε το Hollywood θα ανακαλύψει την ιστορία και θα την κάνει ταινία.

ΥΓ.7: Τα χρόνια πέρασαν, ο δρόμος άλλαξε και εγώ δεν βρήκα ποτέ το κουράγιο να περάσω από εκείνο το μαγαζί. Όπου όμως και αν βρίσκονται, είτε σε αυτή είτε στην πάνω γειτονίτσα, θα μου επιτρέψετε να το χαρίσω σε εκείνα τα γεροντάκια. Που τάισαν και φρόντισαν ορδές Παοκτσήδων… που μου ευχήθηκαν  «νίκη στην ομάδα σου» εκείνη την Μεγάλη Τετάρτη του 1992 και ας ήταν φίλαθλοι του Ολυμπιακού.

Η ιστορία του Γιάννη Σερβετά δημοσιεύθηκε στο Toumba Magazine το οποία μπορείτε να προμηθευτείτε από το store.paokfc.gr.