Επόμενος Αγώνας VS ΟΦΗ

Γιάννης Στέφας

Στον ΠΑΟΚ μετακόμισε το καλοκαίρι του 1972 από την Κόρινθο με την οποία είχε κάνει τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα. Χρειάστηκε να κυλήσει η σεζόν για να πάρει θέση βασικού κάτω από τα δοκάρια, αφού ο Λες Σάνον εμπιστεύθηκε πρώτα τον Σαββουλίδη και στη συνέχεια τον Χατζηιωάννου, αλλά από τα μέσα Δεκεμβρίου 1972 μέχρι το τέλος του πρωταθλήματος ο Στέφας δεν έχασε τη θέση του και αγωνίστηκε σε 23 ματς για το πρωτάθλημα και στα πέντε από τα έξι ματς για το Κύπελλο Ελλάδος.

 Υπερασπίστηκε την εστία του ΠΑΟΚ και στον τελικό του 1973 στο στάδιο Καραϊσκάκης και η άστοχη έξοδος του στο 46’ ήταν μοιραία, αφού ο Αγγελής εκμεταλλεύθηκε την «πρόχειρη απόκρουση» όπως την χαρακτήρισαν οι εφημερίδες της εποχής για να στείλει την μπάλα στα δίχτυα με μακρινό σουτ.

Η ιδιαίτερη θέση του τερματοφύλακα μετέτρεψε τον μοιραίο του τελικού του 1973 σε κομβικό πρωταγωνιστή του τελικού του 1974. Στο 66’ ο Καραβίτης είχε την ευκαιρία να σημειώσει το δεύτερο γκολ του Ολυμπιακού και να ξαναβάλει μπροστά στο σκορ τους Ερυθρόλευκους μετά την ισοφάριση του Παρίδη (51′), αλλά ο Γιάννης Στέφας έπεσε σωστά και απέκρουσε το πέναλτι που είχε καταλογιστεί σε χέρι του Γούναρη. Στην διαδικασία των πέναλτι δεν χρειάστηκε να κάνει την υπέρβαση, αφού οι ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού έστειλαν εκτός εστίας τα δύο από τα τρία πέναλτι.

Σταύρος Σαράφης

Οι άνθρωποι του Δικεφάλου τον ήθελαν από το 1966 για την ομάδα Νέων, αλλά η εμπλοκή του Άρη και του Ολυμπιακού τον κράτησαν ακόμη μια σεζόν στην Αναγέννηση Επανομής και παραλίγο οι προσφορές για τον ήδη διεθνή με την Εθνική Ελπίδων Σταύρο Σαράφη να τον κρατούσαν ακόμη μια σεζόν μακριά από τον ΠΑΟΚ. Κομβικό σημείο αποτέλεσε η σκωληκοειδίτιδα που υπέστη και η συμβολή των ανθρώπων του ΠΑΟΚ στα έξοδα νοσηλείας.

Η πίεση του Άρη έκανε τους ανθρώπους της Αναγέννησης Επανομής να ζητήσουν ακόμη 100.000 δραχμές για την αμοιβή του ποδοσφαιριστή. Ηταν παραμονή της 15ης Αυγούστου 1967 με αποτέλεσμα να κολλήσει πάλι η μεταγραφή, η οποία τελικά πραγματοποιήθηκε επειδή ο ΠΑΟΚ κατάφερε να πάρει παράταση μιας μέρας από την ΕΠΟ και να καταθέσει το δελτίο στις 16 Αυγούστου.

Από τους απόλυτους πρωταγωνιστές της ομάδας του ΠΑΟΚ της δεκαετίας του ’70 πήρε μέρος σε όλους τους τελικούς που αγωνίστηκε η ομάδα, πανηγύρισε την κατάκτηση του παρθενικού Κυπέλλου Ελλάδος το 1972. Το 1974 ήταν πάλι από τους βασικούς λόγους που ο ΠΑΟΚ έφτασε μέχρι τον τελικό. Δεν είναι τόσο το σημαντικό γκολ στον ημιτελικό με τον Πιερικό στο Καυτανζόγλειο, αλλά όλη η δημιουργική παρουσία του στο παιχνίδι του Δικεφάλου. Σημείωσε ακόμη ένα γκολ στη φάση των “16” στο 3-1 με την ΑΕΚ, ενώ ευστόχησε στο πέναλτι που εκτέλεσε στην διαδικασία του τελικού.

Δημήτρης Παρίδης

Σε ηλικία 12 ετών είχε υπογράψει δελτίο στην ΑΕ Καβάλας με μοναδική υποχρέωση να του καλύπτουν τα οδοιπορικά που ήταν δέκα δραχμές την ημέρα. Το 1965 έκανε ντεμπούτο στην Β’ Εθνική με τον ΑΟΚ απέναντι στην Ασπίδα Ξάνθης που είχε στην επίθεση τον Αντώνη Αντωνιάδη και έτσι τέθηκαν αντιμέτωποι δύο πρωταγωνιστές του μέλλοντος στην Α’ Εθνική.

Το 1968 τον απέκτησε ο ΠΑΟΚ από την Καβάλα έναντι 150.000 δραχμών και από την πρώτη του σεζόν στην ομάδα πήρε θέση στην ενδεκάδα και σε 29 συμμετοχές σημείωσε 7 γκολ. Αποτέλεσε από τους βασικούς άξονες της ανάπτυξης του ΠΑΟΚ στην ομάδα της δεκαετίας του ’70 και η συμβολή του στην πορεία της ομάδας μέχρι τον τελικό ήταν κάθε χρονιά και σημαντικότερη.

Το 1969-70 σε 5 αναμετρήσεις σημείωσε 2 γκολ, το 1970-71 έφτασε τα 5 γκολ σε ισάριθμα ματς, ενώ την σεζόν 1971-72 δεν ήταν στις βασικές επιλογές στα ματς του Κυπέλλου Ελλάδος, αλλά αγωνίστηκε μόνο σε 2 ματς στην αρχή και σημείωσε ένα γκολ. Στην κατάκτηση του τροπαίου το 1974 όχι μόνο αγωνίστηκε και στα έξι ματς της ομάδας, αλλά έστειλε και πέντε φορές την μπάλα στα δίχτυα με το ένα από αυτά να είναι στον τελικό της διοργάνωσης, όπου ισοφάρισε σε 1-1.

Αχιλλέας Ασλανίδης

Γεννήθηκε στην Καλαμαριά και το καλοκαίρι του 1968, στα 18 του χρόνια βρέθηκε στον ΠΑΟΚ. Από την πρώτη χρονιά πήρε συμμετοχές και αγωνίστηκε για πρώτη φορά σε τελικό Κυπέλλου Ελλάδος το 1970, όταν ο ΠΑΟΚ αντιμετώπισε τον Άρη στο Καυτανζόγλειο Στάδιο και έχασε το τρόπαιο με 1-0. Ακολούθησε αυτός του 1971, όταν ο ΠΑΟΚ ηττήθηκε με 3-1 από τον Ολυμπιακό.

 Την επόμενη σεζόν αγωνίστηκε πάλι ως βασικός στην παρθενική κατάκτηση του τροπαίου από τον ΠΑΟΚ, αλλά στο 76’ έδωσε τη θέση του στον Γιάννη Μαντζουράκη. Το 1973 ήταν η σειρά του να μπει ως αλλαγή στην ήττα με 1-0 από τον Ολυμπιακό στο Καραϊσκάκης στη θέση του Λάζου στο 73’. Το 1974, στην τελευταία του συμμετοχή σε τελικό Κυπέλλου Ελλάδος με τον Δικέφαλο ξεκίνησε βασικός και έδωσε τη θέση του στον Άγγελο Αναστασιάδη στο 5ο λεπτό της παράτασης.

Με τέσσερις συμμετοχές και δύο κατακτήσεις είναι από τους ποδοσφαιριστές του ΠΑΟΚ που έγιναν κομμάτι της ιστορίας της ομάδας σε αυτή τη χρυσή εποχή. Παρέμεινε στην ομάδα μέχρι το καλοκαίρι του 1976 και μετά την κατάκτηση και του πρωταθλήματος Ελλάδος μετακόμισε στην Αθήνα για τον Παναθηναϊκό.  Συνολικά αγωνίστηκε σε 22 αγώνες Κυπέλλου Ελλάδος με τον ΠΑΟΚ και σημείωσε 12 γκολ.   

Άγγελος Αναστασιάδης

Ξεκίνησε την καριέρα του από τους μικρούς του ΠΑΟΚ και από το 1971, σε ηλικία 18 χρονών άρχισε να παίρνει χρόνο συμμετοχής στα φιλικά της πρώτης ομάδας. Από την αρχή της σεζόν 1973-74 ο Λες Σάνον του είχε δώσει ευκαιρίες σε επίσημα ματς και έκανε ντεμπούτο με τον ΠΑΟΚ στην Κύπρο στη νίκη επί του ΑΠΟΕΛ με 3-2  ως αλλαγή. Συνολικά εκείνη τη σεζόν αγωνίστηκε σε 10 αγώνες πρωταθλήματος και δύο για το Κύπελλο Ελλάδος χωρίς να σημειώσει γκολ.

Στον τελικό της Νέας Φιλαδέλφειας μπήκε στο γήπεδο στη θέση του Αχιλλέα Ασλανίδη στο 5ο λεπτό της παράτασης και εκτός από τις ανάσες που θα έδινε, μέτρησαν και οι καλές εκτελέσεις που είχε στα πέναλτι. Μάλιστα χτύπησε το προτελευταίο για τον ΠΑΟΚ, αμέσως μετά τον Κούδα και πριν τον Κούλη Αποστολίδη που ήταν από τους πιο ψύχραιμους ποδοσφαιριστές της ομάδας.

Εκτός από το Κύπελλο Ελλάδος του 1974 ως ποδοσφαιριστής κατέκτησε και πρωτάθλημα με τον ΠΑΟΚ το 1976 πριν αποχωρήσει το 1981 για να συνεχίσει την ποδοσφαιρική του καριέρα στον Παναθηναϊκό για τρία χρόνια. Το 2003 κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδος και ως προπονητής με τον ΠΑΟΚ για να γίνει ο μοναδικός που έχει καταφέρει να κατακτήσει τίτλο ως παίκτης και ως προπονητής με τον Δικέφαλο.  

 

Γιάννης Στέφας

Στον ΠΑΟΚ μετακόμισε το καλοκαίρι του 1972 από την Κόρινθο με την οποία είχε κάνει τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα. Χρειάστηκε να κυλήσει η σεζόν για να πάρει θέση βασικού κάτω από τα δοκάρια, αφού ο Λες Σάνον εμπιστεύθηκε πρώτα τον Σαββουλίδη και στη συνέχεια τον Χατζηιωάννου, αλλά από τα μέσα Δεκεμβρίου 1972 μέχρι το τέλος του πρωταθλήματος ο Στέφας δεν έχασε τη θέση του και αγωνίστηκε σε 23 ματς για το πρωτάθλημα και στα πέντε από τα έξι ματς για το Κύπελλο Ελλάδος.

 Υπερασπίστηκε την εστία του ΠΑΟΚ και στον τελικό του 1973 στο στάδιο Καραϊσκάκης και η άστοχη έξοδος του στο 46’ ήταν μοιραία, αφού ο Αγγελής εκμεταλλεύθηκε την «πρόχειρη απόκρουση» όπως την χαρακτήρισαν οι εφημερίδες της εποχής για να στείλει την μπάλα στα δίχτυα με μακρινό σουτ.

Η ιδιαίτερη θέση του τερματοφύλακα μετέτρεψε τον μοιραίο του τελικού του 1973 σε κομβικό πρωταγωνιστή του τελικού του 1974. Στο 66’ ο Καραβίτης είχε την ευκαιρία να σημειώσει το δεύτερο γκολ του Ολυμπιακού και να ξαναβάλει μπροστά στο σκορ τους Ερυθρόλευκους μετά την ισοφάριση του Παρίδη (51′), αλλά ο Γιάννης Στέφας έπεσε σωστά και απέκρουσε το πέναλτι που είχε καταλογιστεί σε χέρι του Γούναρη. Στην διαδικασία των πέναλτι δεν χρειάστηκε να κάνει την υπέρβαση, αφού οι ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού έστειλαν εκτός εστίας τα δύο από τα τρία πέναλτι.

Σταύρος Σαράφης

Οι άνθρωποι του Δικεφάλου τον ήθελαν από το 1966 για την ομάδα Νέων, αλλά η εμπλοκή του Άρη και του Ολυμπιακού τον κράτησαν ακόμη μια σεζόν στην Αναγέννηση Επανομής και παραλίγο οι προσφορές για τον ήδη διεθνή με την Εθνική Ελπίδων Σταύρο Σαράφη να τον κρατούσαν ακόμη μια σεζόν μακριά από τον ΠΑΟΚ. Κομβικό σημείο αποτέλεσε η σκωληκοειδίτιδα που υπέστη και η συμβολή των ανθρώπων του ΠΑΟΚ στα έξοδα νοσηλείας.

Η πίεση του Άρη έκανε τους ανθρώπους της Αναγέννησης Επανομής να ζητήσουν ακόμη 100.000 δραχμές για την αμοιβή του ποδοσφαιριστή. Ηταν παραμονή της 15ης Αυγούστου 1967 με αποτέλεσμα να κολλήσει πάλι η μεταγραφή, η οποία τελικά πραγματοποιήθηκε επειδή ο ΠΑΟΚ κατάφερε να πάρει παράταση μιας μέρας από την ΕΠΟ και να καταθέσει το δελτίο στις 16 Αυγούστου.

Από τους απόλυτους πρωταγωνιστές της ομάδας του ΠΑΟΚ της δεκαετίας του ’70 πήρε μέρος σε όλους τους τελικούς που αγωνίστηκε η ομάδα, πανηγύρισε την κατάκτηση του παρθενικού Κυπέλλου Ελλάδος το 1972. Το 1974 ήταν πάλι από τους βασικούς λόγους που ο ΠΑΟΚ έφτασε μέχρι τον τελικό. Δεν είναι τόσο το σημαντικό γκολ στον ημιτελικό με τον Πιερικό στο Καυτανζόγλειο, αλλά όλη η δημιουργική παρουσία του στο παιχνίδι του Δικεφάλου. Σημείωσε ακόμη ένα γκολ στη φάση των “16” στο 3-1 με την ΑΕΚ, ενώ ευστόχησε στο πέναλτι που εκτέλεσε στην διαδικασία του τελικού.

Δημήτρης Παρίδης

Σε ηλικία 12 ετών είχε υπογράψει δελτίο στην ΑΕ Καβάλας με μοναδική υποχρέωση να του καλύπτουν τα οδοιπορικά που ήταν δέκα δραχμές την ημέρα. Το 1965 έκανε ντεμπούτο στην Β’ Εθνική με τον ΑΟΚ απέναντι στην Ασπίδα Ξάνθης που είχε στην επίθεση τον Αντώνη Αντωνιάδη και έτσι τέθηκαν αντιμέτωποι δύο πρωταγωνιστές του μέλλοντος στην Α’ Εθνική.

Το 1968 τον απέκτησε ο ΠΑΟΚ από την Καβάλα έναντι 150.000 δραχμών και από την πρώτη του σεζόν στην ομάδα πήρε θέση στην ενδεκάδα και σε 29 συμμετοχές σημείωσε 7 γκολ. Αποτέλεσε από τους βασικούς άξονες της ανάπτυξης του ΠΑΟΚ στην ομάδα της δεκαετίας του ’70 και η συμβολή του στην πορεία της ομάδας μέχρι τον τελικό ήταν κάθε χρονιά και σημαντικότερη.

Το 1969-70 σε 5 αναμετρήσεις σημείωσε 2 γκολ, το 1970-71 έφτασε τα 5 γκολ σε ισάριθμα ματς, ενώ την σεζόν 1971-72 δεν ήταν στις βασικές επιλογές στα ματς του Κυπέλλου Ελλάδος, αλλά αγωνίστηκε μόνο σε 2 ματς στην αρχή και σημείωσε ένα γκολ. Στην κατάκτηση του τροπαίου το 1974 όχι μόνο αγωνίστηκε και στα έξι ματς της ομάδας, αλλά έστειλε και πέντε φορές την μπάλα στα δίχτυα με το ένα από αυτά να είναι στον τελικό της διοργάνωσης, όπου ισοφάρισε σε 1-1.

Αχιλλέας Ασλανίδης

Γεννήθηκε στην Καλαμαριά και το καλοκαίρι του 1968, στα 18 του χρόνια βρέθηκε στον ΠΑΟΚ. Από την πρώτη χρονιά πήρε συμμετοχές και αγωνίστηκε για πρώτη φορά σε τελικό Κυπέλλου Ελλάδος το 1970, όταν ο ΠΑΟΚ αντιμετώπισε τον Άρη στο Καυτανζόγλειο Στάδιο και έχασε το τρόπαιο με 1-0. Ακολούθησε αυτός του 1971, όταν ο ΠΑΟΚ ηττήθηκε με 3-1 από τον Ολυμπιακό.

 Την επόμενη σεζόν αγωνίστηκε πάλι ως βασικός στην παρθενική κατάκτηση του τροπαίου από τον ΠΑΟΚ, αλλά στο 76’ έδωσε τη θέση του στον Γιάννη Μαντζουράκη. Το 1973 ήταν η σειρά του να μπει ως αλλαγή στην ήττα με 1-0 από τον Ολυμπιακό στο Καραϊσκάκης στη θέση του Λάζου στο 73’. Το 1974, στην τελευταία του συμμετοχή σε τελικό Κυπέλλου Ελλάδος με τον Δικέφαλο ξεκίνησε βασικός και έδωσε τη θέση του στον Άγγελο Αναστασιάδη στο 5ο λεπτό της παράτασης.

Με τέσσερις συμμετοχές και δύο κατακτήσεις είναι από τους ποδοσφαιριστές του ΠΑΟΚ που έγιναν κομμάτι της ιστορίας της ομάδας σε αυτή τη χρυσή εποχή. Παρέμεινε στην ομάδα μέχρι το καλοκαίρι του 1976 και μετά την κατάκτηση και του πρωταθλήματος Ελλάδος μετακόμισε στην Αθήνα για τον Παναθηναϊκό.  Συνολικά αγωνίστηκε σε 22 αγώνες Κυπέλλου Ελλάδος με τον ΠΑΟΚ και σημείωσε 12 γκολ.   

Άγγελος Αναστασιάδης

Ξεκίνησε την καριέρα του από τους μικρούς του ΠΑΟΚ και από το 1971, σε ηλικία 18 χρονών άρχισε να παίρνει χρόνο συμμετοχής στα φιλικά της πρώτης ομάδας. Από την αρχή της σεζόν 1973-74 ο Λες Σάνον του είχε δώσει ευκαιρίες σε επίσημα ματς και έκανε ντεμπούτο με τον ΠΑΟΚ στην Κύπρο στη νίκη επί του ΑΠΟΕΛ με 3-2  ως αλλαγή. Συνολικά εκείνη τη σεζόν αγωνίστηκε σε 10 αγώνες πρωταθλήματος και δύο για το Κύπελλο Ελλάδος χωρίς να σημειώσει γκολ.

Στον τελικό της Νέας Φιλαδέλφειας μπήκε στο γήπεδο στη θέση του Αχιλλέα Ασλανίδη στο 5ο λεπτό της παράτασης και εκτός από τις ανάσες που θα έδινε, μέτρησαν και οι καλές εκτελέσεις που είχε στα πέναλτι. Μάλιστα χτύπησε το προτελευταίο για τον ΠΑΟΚ, αμέσως μετά τον Κούδα και πριν τον Κούλη Αποστολίδη που ήταν από τους πιο ψύχραιμους ποδοσφαιριστές της ομάδας.

Εκτός από το Κύπελλο Ελλάδος του 1974 ως ποδοσφαιριστής κατέκτησε και πρωτάθλημα με τον ΠΑΟΚ το 1976 πριν αποχωρήσει το 1981 για να συνεχίσει την ποδοσφαιρική του καριέρα στον Παναθηναϊκό για τρία χρόνια. Το 2003 κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδος και ως προπονητής με τον ΠΑΟΚ για να γίνει ο μοναδικός που έχει καταφέρει να κατακτήσει τίτλο ως παίκτης και ως προπονητής με τον Δικέφαλο.  

 

ΙστορίαΟι Τίτλοι

Γιάννης Στέφας

Στον ΠΑΟΚ μετακόμισε το καλοκαίρι του 1972 από την Κόρινθο με την οποία είχε κάνει τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα. Χρειάστηκε να κυλήσει η σεζόν για να πάρει θέση βασικού κάτω από τα δοκάρια, αφού ο Λες Σάνον εμπιστεύθηκε πρώτα τον Σαββουλίδη και στη συνέχεια τον Χατζηιωάννου, αλλά από τα μέσα Δεκεμβρίου 1972 μέχρι το τέλος του πρωταθλήματος ο Στέφας δεν έχασε τη θέση του και αγωνίστηκε σε 23 ματς για το πρωτάθλημα και στα πέντε από τα έξι ματς για το Κύπελλο Ελλάδος.

 Υπερασπίστηκε την εστία του ΠΑΟΚ και στον τελικό του 1973 στο στάδιο Καραϊσκάκης και η άστοχη έξοδος του στο 46’ ήταν μοιραία, αφού ο Αγγελής εκμεταλλεύθηκε την «πρόχειρη απόκρουση» όπως την χαρακτήρισαν οι εφημερίδες της εποχής για να στείλει την μπάλα στα δίχτυα με μακρινό σουτ.

Η ιδιαίτερη θέση του τερματοφύλακα μετέτρεψε τον μοιραίο του τελικού του 1973 σε κομβικό πρωταγωνιστή του τελικού του 1974. Στο 66’ ο Καραβίτης είχε την ευκαιρία να σημειώσει το δεύτερο γκολ του Ολυμπιακού και να ξαναβάλει μπροστά στο σκορ τους Ερυθρόλευκους μετά την ισοφάριση του Παρίδη (51′), αλλά ο Γιάννης Στέφας έπεσε σωστά και απέκρουσε το πέναλτι που είχε καταλογιστεί σε χέρι του Γούναρη. Στην διαδικασία των πέναλτι δεν χρειάστηκε να κάνει την υπέρβαση, αφού οι ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού έστειλαν εκτός εστίας τα δύο από τα τρία πέναλτι.

Σταύρος Σαράφης

Οι άνθρωποι του Δικεφάλου τον ήθελαν από το 1966 για την ομάδα Νέων, αλλά η εμπλοκή του Άρη και του Ολυμπιακού τον κράτησαν ακόμη μια σεζόν στην Αναγέννηση Επανομής και παραλίγο οι προσφορές για τον ήδη διεθνή με την Εθνική Ελπίδων Σταύρο Σαράφη να τον κρατούσαν ακόμη μια σεζόν μακριά από τον ΠΑΟΚ. Κομβικό σημείο αποτέλεσε η σκωληκοειδίτιδα που υπέστη και η συμβολή των ανθρώπων του ΠΑΟΚ στα έξοδα νοσηλείας.

Η πίεση του Άρη έκανε τους ανθρώπους της Αναγέννησης Επανομής να ζητήσουν ακόμη 100.000 δραχμές για την αμοιβή του ποδοσφαιριστή. Ηταν παραμονή της 15ης Αυγούστου 1967 με αποτέλεσμα να κολλήσει πάλι η μεταγραφή, η οποία τελικά πραγματοποιήθηκε επειδή ο ΠΑΟΚ κατάφερε να πάρει παράταση μιας μέρας από την ΕΠΟ και να καταθέσει το δελτίο στις 16 Αυγούστου.

Από τους απόλυτους πρωταγωνιστές της ομάδας του ΠΑΟΚ της δεκαετίας του ’70 πήρε μέρος σε όλους τους τελικούς που αγωνίστηκε η ομάδα, πανηγύρισε την κατάκτηση του παρθενικού Κυπέλλου Ελλάδος το 1972. Το 1974 ήταν πάλι από τους βασικούς λόγους που ο ΠΑΟΚ έφτασε μέχρι τον τελικό. Δεν είναι τόσο το σημαντικό γκολ στον ημιτελικό με τον Πιερικό στο Καυτανζόγλειο, αλλά όλη η δημιουργική παρουσία του στο παιχνίδι του Δικεφάλου. Σημείωσε ακόμη ένα γκολ στη φάση των “16” στο 3-1 με την ΑΕΚ, ενώ ευστόχησε στο πέναλτι που εκτέλεσε στην διαδικασία του τελικού.

Δημήτρης Παρίδης

Σε ηλικία 12 ετών είχε υπογράψει δελτίο στην ΑΕ Καβάλας με μοναδική υποχρέωση να του καλύπτουν τα οδοιπορικά που ήταν δέκα δραχμές την ημέρα. Το 1965 έκανε ντεμπούτο στην Β’ Εθνική με τον ΑΟΚ απέναντι στην Ασπίδα Ξάνθης που είχε στην επίθεση τον Αντώνη Αντωνιάδη και έτσι τέθηκαν αντιμέτωποι δύο πρωταγωνιστές του μέλλοντος στην Α’ Εθνική.

Το 1968 τον απέκτησε ο ΠΑΟΚ από την Καβάλα έναντι 150.000 δραχμών και από την πρώτη του σεζόν στην ομάδα πήρε θέση στην ενδεκάδα και σε 29 συμμετοχές σημείωσε 7 γκολ. Αποτέλεσε από τους βασικούς άξονες της ανάπτυξης του ΠΑΟΚ στην ομάδα της δεκαετίας του ’70 και η συμβολή του στην πορεία της ομάδας μέχρι τον τελικό ήταν κάθε χρονιά και σημαντικότερη.

Το 1969-70 σε 5 αναμετρήσεις σημείωσε 2 γκολ, το 1970-71 έφτασε τα 5 γκολ σε ισάριθμα ματς, ενώ την σεζόν 1971-72 δεν ήταν στις βασικές επιλογές στα ματς του Κυπέλλου Ελλάδος, αλλά αγωνίστηκε μόνο σε 2 ματς στην αρχή και σημείωσε ένα γκολ. Στην κατάκτηση του τροπαίου το 1974 όχι μόνο αγωνίστηκε και στα έξι ματς της ομάδας, αλλά έστειλε και πέντε φορές την μπάλα στα δίχτυα με το ένα από αυτά να είναι στον τελικό της διοργάνωσης, όπου ισοφάρισε σε 1-1.

Αχιλλέας Ασλανίδης

Γεννήθηκε στην Καλαμαριά και το καλοκαίρι του 1968, στα 18 του χρόνια βρέθηκε στον ΠΑΟΚ. Από την πρώτη χρονιά πήρε συμμετοχές και αγωνίστηκε για πρώτη φορά σε τελικό Κυπέλλου Ελλάδος το 1970, όταν ο ΠΑΟΚ αντιμετώπισε τον Άρη στο Καυτανζόγλειο Στάδιο και έχασε το τρόπαιο με 1-0. Ακολούθησε αυτός του 1971, όταν ο ΠΑΟΚ ηττήθηκε με 3-1 από τον Ολυμπιακό.

 Την επόμενη σεζόν αγωνίστηκε πάλι ως βασικός στην παρθενική κατάκτηση του τροπαίου από τον ΠΑΟΚ, αλλά στο 76’ έδωσε τη θέση του στον Γιάννη Μαντζουράκη. Το 1973 ήταν η σειρά του να μπει ως αλλαγή στην ήττα με 1-0 από τον Ολυμπιακό στο Καραϊσκάκης στη θέση του Λάζου στο 73’. Το 1974, στην τελευταία του συμμετοχή σε τελικό Κυπέλλου Ελλάδος με τον Δικέφαλο ξεκίνησε βασικός και έδωσε τη θέση του στον Άγγελο Αναστασιάδη στο 5ο λεπτό της παράτασης.

Με τέσσερις συμμετοχές και δύο κατακτήσεις είναι από τους ποδοσφαιριστές του ΠΑΟΚ που έγιναν κομμάτι της ιστορίας της ομάδας σε αυτή τη χρυσή εποχή. Παρέμεινε στην ομάδα μέχρι το καλοκαίρι του 1976 και μετά την κατάκτηση και του πρωταθλήματος Ελλάδος μετακόμισε στην Αθήνα για τον Παναθηναϊκό.  Συνολικά αγωνίστηκε σε 22 αγώνες Κυπέλλου Ελλάδος με τον ΠΑΟΚ και σημείωσε 12 γκολ.   

Άγγελος Αναστασιάδης

Ξεκίνησε την καριέρα του από τους μικρούς του ΠΑΟΚ και από το 1971, σε ηλικία 18 χρονών άρχισε να παίρνει χρόνο συμμετοχής στα φιλικά της πρώτης ομάδας. Από την αρχή της σεζόν 1973-74 ο Λες Σάνον του είχε δώσει ευκαιρίες σε επίσημα ματς και έκανε ντεμπούτο με τον ΠΑΟΚ στην Κύπρο στη νίκη επί του ΑΠΟΕΛ με 3-2  ως αλλαγή. Συνολικά εκείνη τη σεζόν αγωνίστηκε σε 10 αγώνες πρωταθλήματος και δύο για το Κύπελλο Ελλάδος χωρίς να σημειώσει γκολ.

Στον τελικό της Νέας Φιλαδέλφειας μπήκε στο γήπεδο στη θέση του Αχιλλέα Ασλανίδη στο 5ο λεπτό της παράτασης και εκτός από τις ανάσες που θα έδινε, μέτρησαν και οι καλές εκτελέσεις που είχε στα πέναλτι. Μάλιστα χτύπησε το προτελευταίο για τον ΠΑΟΚ, αμέσως μετά τον Κούδα και πριν τον Κούλη Αποστολίδη που ήταν από τους πιο ψύχραιμους ποδοσφαιριστές της ομάδας.

Εκτός από το Κύπελλο Ελλάδος του 1974 ως ποδοσφαιριστής κατέκτησε και πρωτάθλημα με τον ΠΑΟΚ το 1976 πριν αποχωρήσει το 1981 για να συνεχίσει την ποδοσφαιρική του καριέρα στον Παναθηναϊκό για τρία χρόνια. Το 2003 κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδος και ως προπονητής με τον ΠΑΟΚ για να γίνει ο μοναδικός που έχει καταφέρει να κατακτήσει τίτλο ως παίκτης και ως προπονητής με τον Δικέφαλο.