Επόμενος Αγώνας VS Ξάνθη
Array
(
    [0] => 1020
    [1] => 8042
    [2] => 385
    [3] => 1191
    [4] => 230
)

Το παιδί από τη φαβέλα…

Τα βιώματα, οι μικρές ή μεγαλύτερες λεπτομέρειες λειτουργούν συσσωρευτικά και υποσυνείδητα διαμορφώνουν την προσωπικότητά μας. Επηρεάζουν αδιόρατα τον χαρακτήρα, τις αποφάσεις, τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο. Ο Λέο Μάτος μεγάλωσε εν μέσω οικονομικών δυσκολιών και παραστάσεων τρόμου στην πιο επικίνδυνη φαβέλα του Ρίο. Έτσι, έμαθε ν’ αναζητά την ασφάλεια. Αυτή που του παρέχει ο ΠΑΟΚ τα τελευταία δυόμιση χρόνια. Διάστημα στο οποίο συμπλήρωσε 100 συμμετοχές, ως ο πρώτος από την… κλάση του 2015. Το paokfc.gr σας βοηθά να μάθετε καλύτερα τον El Loco μέσα από τα δική του περιγραφή άγνωστων λεπτομερειών για τη ζωή του.

22.10.2018

Στη Βραζιλία υπάρχουν φαβέλες, υπάρχει και η Σάο Γκονσάλο. Μια από τις πιο επικίνδυνες περιοχές του Ρίο Ντε Τζανέιρο. Ή αλλιώς το σκηνικό μέσα στο οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Λέο Μάτος. «Στη φαβέλα βιώνεις πολύ δυσάρεστες καταστάσεις», λέει ο ίδιος και συμπληρώνει: «Βλέπεις πράγματα που δεν πρέπει να βλέπει ένα παιδί. Κόσμο να σκοτώνεται μπροστά σου, κλέφτες, ξύλο, ναρκωτικά».

Νιώθει τυχερός που ανήκει σ’ αυτούς που δεν σπατάλησαν το μέλλον ή την ίδια τη ζωή τους σε μάχες συμμοριών και ευγνωμονεί τους γονείς του για τον τρόπο που τον μεγάλωσαν παρά τις αντίξοες συνθήκες. «Θεωρώ, όμως, πως τα πάντα ξεκινούν από το σπίτι. Αν, για παράδειγμα, η μητέρα δεν σου δίνει πολύ σημασία γιατί ασχολείται με άλλα πράγματα ή ο πατέρας σου είναι στην φυλακή, μεγαλώνεις τελείως διαφορετικά. Αρχίζεις και βλέπεις διαφορετικά τα πράγματα και είναι πιο εύκολο να εμπλακείς σε φασαρίες. Αν, όμως, οι γονείς είναι κοντά σου και σε μεγαλώνουν σωστά, αν η εκπαίδευσή σου είναι σωστή, δεν έχεις κάτι να φοβάσαι. Δόξα τω Θεό έχω δύο γονείς που με μεγάλωσαν εκπληκτικά. Με προστάτεψαν από όλο αυτό. Ήταν ήσυχοι, ήρεμοι και κοιτούσαν την ζωή τους. Ο αδελφός μου – ο οποίος είναι μηχανικός κατασκευών – κι εγώ είχαμε καλή ανατροφή και μείναμε μακριά από φασαρίες. Εγώ είχα το ποδόσφαιρο και τους φίλους μου. Πάντως, η αλήθεια είναι πως οι καταστάσεις αυτές με επηρέασαν και με έμαθαν να παίρνω αποφάσεις. Όταν μεγαλώνεις σε δύσκολες συνθήκες μαθαίνεις να λειτουργείς διαφορετικά και να θες να νιώθεις πιο ασφαλής».

 

 

Για να φτάσει στο σημείο ν’ αποκτήσει το δικαίωμα να παίζει ποδόσφαιρο στην κακόφημη γειτονιά του, έπρεπε πρώτα να μάθει τζούντο. Για καθαρά πρακτικούς λόγους. «Ήταν θέμα… επιβίωσης», λέει κυνικά και συνεχίζει: «Δεν ήθελα ποτέ ν’ ασχοληθώ με το τζούντο, αλλά ήταν θέμα ανάγκης. Στη Βραζιλία γυρίζεις από το σχολείο γύρω στις 13:00, τρως κι έπειτα είσαι έξω στη γειτονιά. Στους δρόμους μαζεύονται σχεδόν 200 άτομα και όλοι παίζουν ποδόσφαιρο. Τουρνουά. Η μία γειτονιά με την άλλη. Εγώ ήμουν ο πιο μικρός και υπήρχαν κάποια μεγαλύτερα παιδιά που με έδερναν. Μια μέρα γύρισα στο σπίτι κλαμένος και μαύρος στο ξύλο. Τότε η μητέρα μου, μου είπε «δεν γίνεται να συνεχιστεί άλλο αυτή η κατάσταση. Θα σε στείλω να μάθεις τζούντο τουλάχιστον για να μην τις τρως». Έτσι, πήγα, έμαθα να προστατεύω τον εαυτό μου και στη συνέχεια σταμάτησα».

Έμαθε τζούντο για να μπορεί να παίζει ποδόσφαιρο κι έπαιζε ποδόσφαιρο για μπορεί να ονειρεύεται ένα καλύτερο αύριο μακριά από τη φαβέλα. Η ζωή, όμως παίζει περίεργα παιχνίδια και το αγαπημένο του άθλημα τον οδήγησε σε μια ακόμα χειρότερη περιοχή. Τη Χοασίνια. Και τότε άρχισε μια ακόμα μεγαλύτερη περιπέτεια.

«Στο μέρος που έμενα υπήρχε μια τοπική ακαδημία που συνεργαζόταν με τη Φλαμένγκο. Οι 3-4 καλύτεροι κάθε ηλικίας πήγαιναν στις κανονικές ακαδημίες του συλλόγου που βρίσκονταν περίπου 50 χιλιόμετρα μακριά. Αυτοκίνητο δεν υπήρχε, έτσι έπρεπε να πηγαίνω με το λεωφορείο. Το εισιτήριο ήταν 15 ευρώ να πας και 15 να γυρίσεις. Πολλά χρήματα για μια οικογένεια που δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να το υποστηρίξει. Οι γονείς μου έκαναν πολλές θυσίες για να προπονούμαι, αλλά πολλές φορές δεν πήγαινα γιατί έπρεπε πρώτα να πληρωθεί το ρεύμα ή άλλοι λογαριασμοί κι έπειτα ν’ ασχοληθώ με το ποδόσφαιρο.

Κάποια στιγμή δημιουργήθηκε ένα νέο προπονητικό κέντρο με ξενώνες για τα παιδιά που έρχονται από μακριά. Οι εγκαταστάσεις, όμως, ήταν δίπλα στην πιο κακόφημη φαβέλα του Ρίο, τη Χοασίνια, στην οποία ζούσαν σχεδόν πέντε εκατομμύρια άνθρωποι. Ήταν πολύ δύσκολα. Υπήρχαν όπλα, ναρκωτικά, συμμορίες. Το βράδυ κοιμόσουν κι άκουγες πυροβολισμούς, περνούσε συνεχώς η αστυνομία».

Οι δυσκολίες δεν τον λύγισαν. Αντιθέτως του βγήκαν σε αποφασιστικότητα να πετύχει ακόμα κι αν χρειαζόταν να ρισκάρει ώστε να ξεφύγει από αυτή τη διαδικασία. Κάπως έτσι έφτασε να κάνει μέχρι και τον κουφό. Ναι, σωστά. Τον κουφό. «Στα 14 μου βρήκα ένα φίλο, ο οποίος μου έδωσε το πάσο ενός κωφού για να μπορώ να μπαίνω στο λεωφορείο χωρίς να πληρώνω. «Αν έρθει ο ελεγκτής και σε ρωτήσει κάτι μην απαντήσεις. Κουφός είσαι. Να του δείχνεις την κάρτα», μου έλεγε (γελάει). Το έκανα διστακτικά γιατί ο ελεγκτής με κοιτούσε περίεργα και πολλές φορές φοβήθηκα να το χρησιμοποιήσω για να μην με πιάσουν.

Πάντως, έφυγα από τους ξενώνες και γύρισα σπίτι. Έτσι, ξυπνούσα στις 04:30 το πρωί γιατί έπρεπε να πάρω το πρώτο δρομολόγιο και ν’ αλλάξω τρία λεωφορεία για να πάω στην προπόνηση έπειτα από τέσσερις ώρες. Γυρνούσα το μεσημέρι για να φάω, να διαβάσω τα μαθήματά μου και μετά να πάω στο νυχτερινό σχολείο. Τώρα τα σκέφτομαι και γελάω, αλλά τότε ήταν πολύ δύσκολα. Η αγάπη για το ποδόσφαιρο μου έδινε δύναμη και κουράγιο να συνεχίζω κάθε μέρα. Πιστεύω πως η ζωή και ο Θεός μου τα ανταπόδωσαν».

Παράλληλα με το ποδόσφαιρο, ο Μάτος προσπαθούσε με τη σειρά του ν’ ανταποδίδει την αγάπη που του έδιναν οι γονείς του και να τους βοηθά να τα βγάζουν πέρα ως ελάχιστο ευχαριστώ για τις θυσίες που έκαναν ώστε εκείνος να κυνηγά τ’ όνειρό του.

«Πάντα προσπαθούσα πολύ από μικρός. Δεν μου χαρίστηκε τίποτα. Γυρνούσα από την προπόνηση και δούλευα στο παντοπωλείο που διατηρούσαμε. Στα 14 μου καθόμουν εγώ στο ταμείο. Ήταν μεγάλη ευθύνη γιατί είχα να κάνω με τα λεφτά του σπιτιού.  Παρότι δεν είχα χρήματα προσπαθούσα να βρω εναλλακτικούς τρόπους για να πετύχω τους στόχους μου. Για παράδειγμα, στο προπονητικό κέντρο της Φλαμένγκο είχε μια σανίδα του σερφ που δεν χρησιμοποιούσε κανείς. Εγώ λάτρευα το σερφ, αλλά δεν είχα χρήματα για σανίδα. Έτσι, προφασιζόμουν πως την θέλω για έναν φίλο μου και την έπαιρνα για να πηγαίνω στην παραλία. Επίσης, αντάλλαζα δικά μου πράγματα για κάτι που μου άρεσε. Αυτή η προσπάθεια να βρω λύσεις και η πίεση με βοήθησε στο να κοιτάω πιο σφαιρικά τα πράγματα και να μπορώ να παίρνω αποφάσεις για το μέλλον μου και να νιώθω ασφαλής».

Ασφάλεια. Η λέξη που ξεκλειδώνει την καρδιά του Λέο Μάτος . Που εξηγεί τις αποφάσεις του κι απαντά στις απορίες γιατί προτίμησε να παίξει σε κάποιο κορυφαίο πρωτάθλημα και προτίμησε να μείνει για πολλά χρόνια στην Ουκρανία. «Οι αποφάσεις μου είναι αυτές που με έφεραν εδώ», λέει απολύτως συνειδητοποιημένα και δίχως δεύτερες σκέψεις.

Υ.Γ. Η πρώτη κίνηση που έκανε μόλις πήρε έβγαλε χρήματα από το ποδόσφαιρο ήταν ν’ αγοράσει σπίτι στους γονείς του ώστε να τους πάρει κι αυτούς μακριά από τη φαβέλα…

Σχετικά Νέα

Το παιδί από τη φαβέλα…

Τα βιώματα, οι μικρές ή μεγαλύτερες λεπτομέρειες λειτουργούν συσσωρευτικά και υποσυνείδητα διαμορφώνουν την προσωπικότητά μας. Επηρεάζουν αδιόρατα τον χαρακτήρα, τις αποφάσεις, τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο. Ο Λέο Μάτος μεγάλωσε εν μέσω οικονομικών δυσκολιών και παραστάσεων τρόμου στην πιο επικίνδυνη φαβέλα του Ρίο. Έτσι, έμαθε ν’ αναζητά την ασφάλεια. Αυτή που του παρέχει ο ΠΑΟΚ τα τελευταία δυόμιση χρόνια. Διάστημα στο οποίο συμπλήρωσε 100 συμμετοχές, ως ο πρώτος από την… κλάση του 2015. Το paokfc.gr σας βοηθά να μάθετε καλύτερα τον El Loco μέσα από τα δική του περιγραφή άγνωστων λεπτομερειών για τη ζωή του.

22.10.2018

Στη Βραζιλία υπάρχουν φαβέλες, υπάρχει και η Σάο Γκονσάλο. Μια από τις πιο επικίνδυνες περιοχές του Ρίο Ντε Τζανέιρο. Ή αλλιώς το σκηνικό μέσα στο οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Λέο Μάτος. «Στη φαβέλα βιώνεις πολύ δυσάρεστες καταστάσεις», λέει ο ίδιος και συμπληρώνει: «Βλέπεις πράγματα που δεν πρέπει να βλέπει ένα παιδί. Κόσμο να σκοτώνεται μπροστά σου, κλέφτες, ξύλο, ναρκωτικά».

Νιώθει τυχερός που ανήκει σ’ αυτούς που δεν σπατάλησαν το μέλλον ή την ίδια τη ζωή τους σε μάχες συμμοριών και ευγνωμονεί τους γονείς του για τον τρόπο που τον μεγάλωσαν παρά τις αντίξοες συνθήκες. «Θεωρώ, όμως, πως τα πάντα ξεκινούν από το σπίτι. Αν, για παράδειγμα, η μητέρα δεν σου δίνει πολύ σημασία γιατί ασχολείται με άλλα πράγματα ή ο πατέρας σου είναι στην φυλακή, μεγαλώνεις τελείως διαφορετικά. Αρχίζεις και βλέπεις διαφορετικά τα πράγματα και είναι πιο εύκολο να εμπλακείς σε φασαρίες. Αν, όμως, οι γονείς είναι κοντά σου και σε μεγαλώνουν σωστά, αν η εκπαίδευσή σου είναι σωστή, δεν έχεις κάτι να φοβάσαι. Δόξα τω Θεό έχω δύο γονείς που με μεγάλωσαν εκπληκτικά. Με προστάτεψαν από όλο αυτό. Ήταν ήσυχοι, ήρεμοι και κοιτούσαν την ζωή τους. Ο αδελφός μου – ο οποίος είναι μηχανικός κατασκευών – κι εγώ είχαμε καλή ανατροφή και μείναμε μακριά από φασαρίες. Εγώ είχα το ποδόσφαιρο και τους φίλους μου. Πάντως, η αλήθεια είναι πως οι καταστάσεις αυτές με επηρέασαν και με έμαθαν να παίρνω αποφάσεις. Όταν μεγαλώνεις σε δύσκολες συνθήκες μαθαίνεις να λειτουργείς διαφορετικά και να θες να νιώθεις πιο ασφαλής».

 

 

Για να φτάσει στο σημείο ν’ αποκτήσει το δικαίωμα να παίζει ποδόσφαιρο στην κακόφημη γειτονιά του, έπρεπε πρώτα να μάθει τζούντο. Για καθαρά πρακτικούς λόγους. «Ήταν θέμα… επιβίωσης», λέει κυνικά και συνεχίζει: «Δεν ήθελα ποτέ ν’ ασχοληθώ με το τζούντο, αλλά ήταν θέμα ανάγκης. Στη Βραζιλία γυρίζεις από το σχολείο γύρω στις 13:00, τρως κι έπειτα είσαι έξω στη γειτονιά. Στους δρόμους μαζεύονται σχεδόν 200 άτομα και όλοι παίζουν ποδόσφαιρο. Τουρνουά. Η μία γειτονιά με την άλλη. Εγώ ήμουν ο πιο μικρός και υπήρχαν κάποια μεγαλύτερα παιδιά που με έδερναν. Μια μέρα γύρισα στο σπίτι κλαμένος και μαύρος στο ξύλο. Τότε η μητέρα μου, μου είπε «δεν γίνεται να συνεχιστεί άλλο αυτή η κατάσταση. Θα σε στείλω να μάθεις τζούντο τουλάχιστον για να μην τις τρως». Έτσι, πήγα, έμαθα να προστατεύω τον εαυτό μου και στη συνέχεια σταμάτησα».

Έμαθε τζούντο για να μπορεί να παίζει ποδόσφαιρο κι έπαιζε ποδόσφαιρο για μπορεί να ονειρεύεται ένα καλύτερο αύριο μακριά από τη φαβέλα. Η ζωή, όμως παίζει περίεργα παιχνίδια και το αγαπημένο του άθλημα τον οδήγησε σε μια ακόμα χειρότερη περιοχή. Τη Χοασίνια. Και τότε άρχισε μια ακόμα μεγαλύτερη περιπέτεια.

«Στο μέρος που έμενα υπήρχε μια τοπική ακαδημία που συνεργαζόταν με τη Φλαμένγκο. Οι 3-4 καλύτεροι κάθε ηλικίας πήγαιναν στις κανονικές ακαδημίες του συλλόγου που βρίσκονταν περίπου 50 χιλιόμετρα μακριά. Αυτοκίνητο δεν υπήρχε, έτσι έπρεπε να πηγαίνω με το λεωφορείο. Το εισιτήριο ήταν 15 ευρώ να πας και 15 να γυρίσεις. Πολλά χρήματα για μια οικογένεια που δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να το υποστηρίξει. Οι γονείς μου έκαναν πολλές θυσίες για να προπονούμαι, αλλά πολλές φορές δεν πήγαινα γιατί έπρεπε πρώτα να πληρωθεί το ρεύμα ή άλλοι λογαριασμοί κι έπειτα ν’ ασχοληθώ με το ποδόσφαιρο.

Κάποια στιγμή δημιουργήθηκε ένα νέο προπονητικό κέντρο με ξενώνες για τα παιδιά που έρχονται από μακριά. Οι εγκαταστάσεις, όμως, ήταν δίπλα στην πιο κακόφημη φαβέλα του Ρίο, τη Χοασίνια, στην οποία ζούσαν σχεδόν πέντε εκατομμύρια άνθρωποι. Ήταν πολύ δύσκολα. Υπήρχαν όπλα, ναρκωτικά, συμμορίες. Το βράδυ κοιμόσουν κι άκουγες πυροβολισμούς, περνούσε συνεχώς η αστυνομία».

Οι δυσκολίες δεν τον λύγισαν. Αντιθέτως του βγήκαν σε αποφασιστικότητα να πετύχει ακόμα κι αν χρειαζόταν να ρισκάρει ώστε να ξεφύγει από αυτή τη διαδικασία. Κάπως έτσι έφτασε να κάνει μέχρι και τον κουφό. Ναι, σωστά. Τον κουφό. «Στα 14 μου βρήκα ένα φίλο, ο οποίος μου έδωσε το πάσο ενός κωφού για να μπορώ να μπαίνω στο λεωφορείο χωρίς να πληρώνω. «Αν έρθει ο ελεγκτής και σε ρωτήσει κάτι μην απαντήσεις. Κουφός είσαι. Να του δείχνεις την κάρτα», μου έλεγε (γελάει). Το έκανα διστακτικά γιατί ο ελεγκτής με κοιτούσε περίεργα και πολλές φορές φοβήθηκα να το χρησιμοποιήσω για να μην με πιάσουν.

Πάντως, έφυγα από τους ξενώνες και γύρισα σπίτι. Έτσι, ξυπνούσα στις 04:30 το πρωί γιατί έπρεπε να πάρω το πρώτο δρομολόγιο και ν’ αλλάξω τρία λεωφορεία για να πάω στην προπόνηση έπειτα από τέσσερις ώρες. Γυρνούσα το μεσημέρι για να φάω, να διαβάσω τα μαθήματά μου και μετά να πάω στο νυχτερινό σχολείο. Τώρα τα σκέφτομαι και γελάω, αλλά τότε ήταν πολύ δύσκολα. Η αγάπη για το ποδόσφαιρο μου έδινε δύναμη και κουράγιο να συνεχίζω κάθε μέρα. Πιστεύω πως η ζωή και ο Θεός μου τα ανταπόδωσαν».

Παράλληλα με το ποδόσφαιρο, ο Μάτος προσπαθούσε με τη σειρά του ν’ ανταποδίδει την αγάπη που του έδιναν οι γονείς του και να τους βοηθά να τα βγάζουν πέρα ως ελάχιστο ευχαριστώ για τις θυσίες που έκαναν ώστε εκείνος να κυνηγά τ’ όνειρό του.

«Πάντα προσπαθούσα πολύ από μικρός. Δεν μου χαρίστηκε τίποτα. Γυρνούσα από την προπόνηση και δούλευα στο παντοπωλείο που διατηρούσαμε. Στα 14 μου καθόμουν εγώ στο ταμείο. Ήταν μεγάλη ευθύνη γιατί είχα να κάνω με τα λεφτά του σπιτιού.  Παρότι δεν είχα χρήματα προσπαθούσα να βρω εναλλακτικούς τρόπους για να πετύχω τους στόχους μου. Για παράδειγμα, στο προπονητικό κέντρο της Φλαμένγκο είχε μια σανίδα του σερφ που δεν χρησιμοποιούσε κανείς. Εγώ λάτρευα το σερφ, αλλά δεν είχα χρήματα για σανίδα. Έτσι, προφασιζόμουν πως την θέλω για έναν φίλο μου και την έπαιρνα για να πηγαίνω στην παραλία. Επίσης, αντάλλαζα δικά μου πράγματα για κάτι που μου άρεσε. Αυτή η προσπάθεια να βρω λύσεις και η πίεση με βοήθησε στο να κοιτάω πιο σφαιρικά τα πράγματα και να μπορώ να παίρνω αποφάσεις για το μέλλον μου και να νιώθω ασφαλής».

Ασφάλεια. Η λέξη που ξεκλειδώνει την καρδιά του Λέο Μάτος . Που εξηγεί τις αποφάσεις του κι απαντά στις απορίες γιατί προτίμησε να παίξει σε κάποιο κορυφαίο πρωτάθλημα και προτίμησε να μείνει για πολλά χρόνια στην Ουκρανία. «Οι αποφάσεις μου είναι αυτές που με έφεραν εδώ», λέει απολύτως συνειδητοποιημένα και δίχως δεύτερες σκέψεις.

Υ.Γ. Η πρώτη κίνηση που έκανε μόλις πήρε έβγαλε χρήματα από το ποδόσφαιρο ήταν ν’ αγοράσει σπίτι στους γονείς του ώστε να τους πάρει κι αυτούς μακριά από τη φαβέλα…

Σχετικά Νέα

Το παιδί από τη φαβέλα…

Τα βιώματα, οι μικρές ή μεγαλύτερες λεπτομέρειες λειτουργούν συσσωρευτικά και υποσυνείδητα διαμορφώνουν την προσωπικότητά μας. Επηρεάζουν αδιόρατα τον χαρακτήρα, τις αποφάσεις, τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο. Ο Λέο Μάτος μεγάλωσε εν μέσω οικονομικών δυσκολιών και παραστάσεων τρόμου στην πιο επικίνδυνη φαβέλα του Ρίο. Έτσι, έμαθε ν’ αναζητά την ασφάλεια. Αυτή που του παρέχει ο ΠΑΟΚ τα τελευταία δυόμιση χρόνια. Διάστημα στο οποίο συμπλήρωσε 100 συμμετοχές, ως ο πρώτος από την… κλάση του 2015. Το paokfc.gr σας βοηθά να μάθετε καλύτερα τον El Loco μέσα από τα δική του περιγραφή άγνωστων λεπτομερειών για τη ζωή του.

22.10.2018

Στη Βραζιλία υπάρχουν φαβέλες, υπάρχει και η Σάο Γκονσάλο. Μια από τις πιο επικίνδυνες περιοχές του Ρίο Ντε Τζανέιρο. Ή αλλιώς το σκηνικό μέσα στο οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Λέο Μάτος. «Στη φαβέλα βιώνεις πολύ δυσάρεστες καταστάσεις», λέει ο ίδιος και συμπληρώνει: «Βλέπεις πράγματα που δεν πρέπει να βλέπει ένα παιδί. Κόσμο να σκοτώνεται μπροστά σου, κλέφτες, ξύλο, ναρκωτικά».

Νιώθει τυχερός που ανήκει σ’ αυτούς που δεν σπατάλησαν το μέλλον ή την ίδια τη ζωή τους σε μάχες συμμοριών και ευγνωμονεί τους γονείς του για τον τρόπο που τον μεγάλωσαν παρά τις αντίξοες συνθήκες. «Θεωρώ, όμως, πως τα πάντα ξεκινούν από το σπίτι. Αν, για παράδειγμα, η μητέρα δεν σου δίνει πολύ σημασία γιατί ασχολείται με άλλα πράγματα ή ο πατέρας σου είναι στην φυλακή, μεγαλώνεις τελείως διαφορετικά. Αρχίζεις και βλέπεις διαφορετικά τα πράγματα και είναι πιο εύκολο να εμπλακείς σε φασαρίες. Αν, όμως, οι γονείς είναι κοντά σου και σε μεγαλώνουν σωστά, αν η εκπαίδευσή σου είναι σωστή, δεν έχεις κάτι να φοβάσαι. Δόξα τω Θεό έχω δύο γονείς που με μεγάλωσαν εκπληκτικά. Με προστάτεψαν από όλο αυτό. Ήταν ήσυχοι, ήρεμοι και κοιτούσαν την ζωή τους. Ο αδελφός μου – ο οποίος είναι μηχανικός κατασκευών – κι εγώ είχαμε καλή ανατροφή και μείναμε μακριά από φασαρίες. Εγώ είχα το ποδόσφαιρο και τους φίλους μου. Πάντως, η αλήθεια είναι πως οι καταστάσεις αυτές με επηρέασαν και με έμαθαν να παίρνω αποφάσεις. Όταν μεγαλώνεις σε δύσκολες συνθήκες μαθαίνεις να λειτουργείς διαφορετικά και να θες να νιώθεις πιο ασφαλής».

 

 

Για να φτάσει στο σημείο ν’ αποκτήσει το δικαίωμα να παίζει ποδόσφαιρο στην κακόφημη γειτονιά του, έπρεπε πρώτα να μάθει τζούντο. Για καθαρά πρακτικούς λόγους. «Ήταν θέμα… επιβίωσης», λέει κυνικά και συνεχίζει: «Δεν ήθελα ποτέ ν’ ασχοληθώ με το τζούντο, αλλά ήταν θέμα ανάγκης. Στη Βραζιλία γυρίζεις από το σχολείο γύρω στις 13:00, τρως κι έπειτα είσαι έξω στη γειτονιά. Στους δρόμους μαζεύονται σχεδόν 200 άτομα και όλοι παίζουν ποδόσφαιρο. Τουρνουά. Η μία γειτονιά με την άλλη. Εγώ ήμουν ο πιο μικρός και υπήρχαν κάποια μεγαλύτερα παιδιά που με έδερναν. Μια μέρα γύρισα στο σπίτι κλαμένος και μαύρος στο ξύλο. Τότε η μητέρα μου, μου είπε «δεν γίνεται να συνεχιστεί άλλο αυτή η κατάσταση. Θα σε στείλω να μάθεις τζούντο τουλάχιστον για να μην τις τρως». Έτσι, πήγα, έμαθα να προστατεύω τον εαυτό μου και στη συνέχεια σταμάτησα».

Έμαθε τζούντο για να μπορεί να παίζει ποδόσφαιρο κι έπαιζε ποδόσφαιρο για μπορεί να ονειρεύεται ένα καλύτερο αύριο μακριά από τη φαβέλα. Η ζωή, όμως παίζει περίεργα παιχνίδια και το αγαπημένο του άθλημα τον οδήγησε σε μια ακόμα χειρότερη περιοχή. Τη Χοασίνια. Και τότε άρχισε μια ακόμα μεγαλύτερη περιπέτεια.

«Στο μέρος που έμενα υπήρχε μια τοπική ακαδημία που συνεργαζόταν με τη Φλαμένγκο. Οι 3-4 καλύτεροι κάθε ηλικίας πήγαιναν στις κανονικές ακαδημίες του συλλόγου που βρίσκονταν περίπου 50 χιλιόμετρα μακριά. Αυτοκίνητο δεν υπήρχε, έτσι έπρεπε να πηγαίνω με το λεωφορείο. Το εισιτήριο ήταν 15 ευρώ να πας και 15 να γυρίσεις. Πολλά χρήματα για μια οικογένεια που δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να το υποστηρίξει. Οι γονείς μου έκαναν πολλές θυσίες για να προπονούμαι, αλλά πολλές φορές δεν πήγαινα γιατί έπρεπε πρώτα να πληρωθεί το ρεύμα ή άλλοι λογαριασμοί κι έπειτα ν’ ασχοληθώ με το ποδόσφαιρο.

Κάποια στιγμή δημιουργήθηκε ένα νέο προπονητικό κέντρο με ξενώνες για τα παιδιά που έρχονται από μακριά. Οι εγκαταστάσεις, όμως, ήταν δίπλα στην πιο κακόφημη φαβέλα του Ρίο, τη Χοασίνια, στην οποία ζούσαν σχεδόν πέντε εκατομμύρια άνθρωποι. Ήταν πολύ δύσκολα. Υπήρχαν όπλα, ναρκωτικά, συμμορίες. Το βράδυ κοιμόσουν κι άκουγες πυροβολισμούς, περνούσε συνεχώς η αστυνομία».

Οι δυσκολίες δεν τον λύγισαν. Αντιθέτως του βγήκαν σε αποφασιστικότητα να πετύχει ακόμα κι αν χρειαζόταν να ρισκάρει ώστε να ξεφύγει από αυτή τη διαδικασία. Κάπως έτσι έφτασε να κάνει μέχρι και τον κουφό. Ναι, σωστά. Τον κουφό. «Στα 14 μου βρήκα ένα φίλο, ο οποίος μου έδωσε το πάσο ενός κωφού για να μπορώ να μπαίνω στο λεωφορείο χωρίς να πληρώνω. «Αν έρθει ο ελεγκτής και σε ρωτήσει κάτι μην απαντήσεις. Κουφός είσαι. Να του δείχνεις την κάρτα», μου έλεγε (γελάει). Το έκανα διστακτικά γιατί ο ελεγκτής με κοιτούσε περίεργα και πολλές φορές φοβήθηκα να το χρησιμοποιήσω για να μην με πιάσουν.

Πάντως, έφυγα από τους ξενώνες και γύρισα σπίτι. Έτσι, ξυπνούσα στις 04:30 το πρωί γιατί έπρεπε να πάρω το πρώτο δρομολόγιο και ν’ αλλάξω τρία λεωφορεία για να πάω στην προπόνηση έπειτα από τέσσερις ώρες. Γυρνούσα το μεσημέρι για να φάω, να διαβάσω τα μαθήματά μου και μετά να πάω στο νυχτερινό σχολείο. Τώρα τα σκέφτομαι και γελάω, αλλά τότε ήταν πολύ δύσκολα. Η αγάπη για το ποδόσφαιρο μου έδινε δύναμη και κουράγιο να συνεχίζω κάθε μέρα. Πιστεύω πως η ζωή και ο Θεός μου τα ανταπόδωσαν».

Παράλληλα με το ποδόσφαιρο, ο Μάτος προσπαθούσε με τη σειρά του ν’ ανταποδίδει την αγάπη που του έδιναν οι γονείς του και να τους βοηθά να τα βγάζουν πέρα ως ελάχιστο ευχαριστώ για τις θυσίες που έκαναν ώστε εκείνος να κυνηγά τ’ όνειρό του.

«Πάντα προσπαθούσα πολύ από μικρός. Δεν μου χαρίστηκε τίποτα. Γυρνούσα από την προπόνηση και δούλευα στο παντοπωλείο που διατηρούσαμε. Στα 14 μου καθόμουν εγώ στο ταμείο. Ήταν μεγάλη ευθύνη γιατί είχα να κάνω με τα λεφτά του σπιτιού.  Παρότι δεν είχα χρήματα προσπαθούσα να βρω εναλλακτικούς τρόπους για να πετύχω τους στόχους μου. Για παράδειγμα, στο προπονητικό κέντρο της Φλαμένγκο είχε μια σανίδα του σερφ που δεν χρησιμοποιούσε κανείς. Εγώ λάτρευα το σερφ, αλλά δεν είχα χρήματα για σανίδα. Έτσι, προφασιζόμουν πως την θέλω για έναν φίλο μου και την έπαιρνα για να πηγαίνω στην παραλία. Επίσης, αντάλλαζα δικά μου πράγματα για κάτι που μου άρεσε. Αυτή η προσπάθεια να βρω λύσεις και η πίεση με βοήθησε στο να κοιτάω πιο σφαιρικά τα πράγματα και να μπορώ να παίρνω αποφάσεις για το μέλλον μου και να νιώθω ασφαλής».

Ασφάλεια. Η λέξη που ξεκλειδώνει την καρδιά του Λέο Μάτος . Που εξηγεί τις αποφάσεις του κι απαντά στις απορίες γιατί προτίμησε να παίξει σε κάποιο κορυφαίο πρωτάθλημα και προτίμησε να μείνει για πολλά χρόνια στην Ουκρανία. «Οι αποφάσεις μου είναι αυτές που με έφεραν εδώ», λέει απολύτως συνειδητοποιημένα και δίχως δεύτερες σκέψεις.

Υ.Γ. Η πρώτη κίνηση που έκανε μόλις πήρε έβγαλε χρήματα από το ποδόσφαιρο ήταν ν’ αγοράσει σπίτι στους γονείς του ώστε να τους πάρει κι αυτούς μακριά από τη φαβέλα…